Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Παιδί από τζά(ν)κι.

Λοιπόν, ζω στην Αθήνα 32 χρόνια.
Παίρνω το τρένο κάθε μέρα, είτε για σχολή (κάποτε) είτε για δουλειά (ενίοτε) είτε για shopping στο κέντρο (συχνά).
Αυτό που έπαθα χθες δεν το έχω ξαναζήσει ποοοοοτέ.

Βγάζω, που λες, εισητήριο και περιμένω στην αποβάθρα παίζοντας πασιέντζα στο κινητό. Είμαι καθισμένη στα καρεκλάκια εκεί δα, δεξιά δίπλα μου μια μεσήλικη κυρία, αριστερά μου μια θέση κενή και παραδίπλα ένας παππούκας με το μπαστουνάκι του.
Κάποια στιγμή έρχεται και κάθεται δίπλα μου κάποιος ακόμα στην κενή θέση.

Παίζω, παίζω και ξαφνικά νιώθω τις θέσεις να τρέμουν σα να γινόταν σεισμός. Σηκώνω τα μάτια μου και κοιτάω δίπλα και τι να δω;

Ο "κάποιος" που καθότανε δίπλα μου είναι γυμνός από τη μέση και πάνω και κάτω φοράει μόνο ένα σορτσάκι, κάλτσες ως τη γάμπα και κάτι λιωμένα αθλητικά. Ο τύπος τρέμει, όχι από το κρύο όπως θα ήταν το προφανές, αλλά από την στέρηση. Είναι μούσκεμα στον ιδρώτα και κουνάει τα χέρια του ανεξέλεγκτα. Κοιτάω τα χέρια του. Ελβετικό τυρί από τα τρυπήματα, ματωμένα σε σημεία και γδαρμένα, μαύρα από την μπίχλα και γεμάτα τατουάζ.

Ρίχνω το βλέμμα κάτω και βλέπω πως τρέχει αίμα στο πόδι του που έχει μουσκέψει την κάλτσα του.

Ο τύπος να παραληρεί και να έχει αρχίσει να ουρλιάζει. Η κυρία δίπλα μου έχει μουλώξει στην θέση της και ο παππούκας να τον κοιτάει σα να βλέπει εξωγήινο. Συνέχεια πιάνει το σημείο στο πόδι του που ματώνει και το πιέζει.
Σηκώνεται απάνω, κάθεται κάτω και τρέμει σα ζελέ Γιώτη. Δεν κουνάμε ρούπι οι υπόλοιποι. Ένα παλληκάρι που στέκεται πιο πέρα από μας τρέχει και φέρνει το σεκιουριτά του σταθμού και όσο του τον έδειχνε κάτι του έλεγε (προφανώς "Κάνε κάτι ρε μαλάκα"), και βλέπουμε το ανήκουστο. Ο σεκιουριτάς φεύγει τρέχοντας, εξαφανίζεται και εμφανίζεται μετά από ένα λεπτό απέναντί μας, στην αποβάθρα που το τρένο πήγαινε προς Κηφισιά. Την έκανε με ελαφρά ο μαλάκας.
Και έχουμε μείνει εμείς με τον σαλταρισμένο.
Ο οποίος αρχίζει να βηματίζει, να τρέχει και μετά να σκάει πάνω στα κάγκελα με δύναμη ουρλιάζοντας ασυνάρτητα λόγια. Ξαφνικά πλησιάζει κοντά μας. Βάζει το πόδι του πάνω στην κενή θέση δίπλα μας και βγάζει από την ματωμένη κάλτσα τη λάμα μιας φαλτσέτας με μια αυτοσχέδια λαβή από μονωτική ταινία. Δεν ήτανε μεγαλύτερη από έναν μεγάλο αναπτήρα αλλά φαλτσέτα ρε φίλε, κοπίδι, στα χέρια ενός psycho είναι εργαλείο καταστροφής όσο και να το κάνεις.
Να το κρατάει σα να ετοιμάζεται να σφάξει αρνί και να πηγαινοέρχεται στην αποβάθρα. Ο κόσμος να έχει κερώσει και να κοιτάμε σαν τα ζώα και εμείς. Και όλο να πλησιάζει προς τη μεριά μου.
Η κυρία δίπλα μου σκύβει και με πιάνει από το μπράτσο και μου λέει "Μην κουνηθεις κοπέλα μου, κάτσε κάτω και μην τον κοιτάς καθόλου μπας και φύγει", ελπίζοντας πως μάλλον δεν θα φύγω για να την αφήσω σε κοινή θέα.
Ο τρελλός να δίνει ρεσιτάλ παραφροσύνης, να ουρλιάζει και να κόβεται στα χέρια του σε διάφορα σημεία, να ματώνει και να λέει κάτι για κάποιον τον οποίο αν έβρισκε θα τον έσφαζε.
Και φτάνει ο συρμός. Και να μην κινείται άνθρωπος εκεί που σε άλλες συνθήκες θα στριμωχνώταν όλοι στις πόρτες. Περιμέναμε να δούμε σε ποιό βαγόνι θα μπει το τρελλαμένο για να μην μπούμε εμείς.
Μπουκάρει σε ένα μεσαίο βαγόνι και ο κόσμος συσσωρεύεται στα πρώτα και στα τελευταία. Ο παππούς βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο και εμείς να ακούμε μόνο τα ουρλιαχτά του σαλταρισμένου κάπου στο βάθος.
Στον επόμενο σταθμό όλο το βαγόνι του τρελλού αδειάζει με τη μία. Δυο κοπελιές έρχονται στο δικό μας και λένε κάτι για κάποιον που κόβεται μέσα στο βαγόνι.
Στον μεθεπόμενο σταθμό ο σαλταρισμένος βγαίνει στην αποβάθρα. Έχει κόψει τα χέρια του και περπατάει με αίματα στα χέρια σαν τον υπνωτισμένο.

Και μετά στη διαδρομή να σκέφτομαι πως αν είχα ξεκινήσει 10 λεπτά νωρίτερα θα είχα πάρει τους πρηγούμενους συρμούς και ούτε καν θα το είχα δει αυτό να γίνεται.
Το απόγεμα τα διηγούμουν στην Αιγοκεράντζα. Και εκεί που περιμένω να ακούσω το "Έλα, έλα, δεν χάλασε και ο κόσμος" ακούω το ανήκουστο. "Όποτε θες να πας κέντρο Αθήνα ή Πειραιά, θα μου λες και θα σε πηγαίνω εγώ".
Τρόμαξε ρε. Το Ανήκουστο δηλαδή. Μου έλεγε πως οι άνθρωποι σε στέρηση είναι απρόβλεπτοι και κάτι τέτοια. Το είδα με τα μάτια μου.
Από τη μια τους λυπάσαι από την άλλη τι φταίγαμε όλοι εμείς εκεί πέρα πρωινιάτικα;

2 σχόλια:

Abraxas είπε...

Κοίτα, εμένα μου φάνηκε αστείο :D

Αλλά χάθηκε να πάρει έστω ένας ένα τηλέφωνο την αστυνομία; Μια αναπάντητη έστω...

Αλλά και πάλι ήταν αστείο. Όσο για την αιγοκεράντζα, δίνει ρεσιτάλ τον τελευταίο καιρό :D

Nemo είπε...

Μη γελάς ρε, με ανθρώπους σε στέρηση ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει. Και εγώ είμαι ψύχραιμη γενικώς, ούτε και η θέα του αίματος με φρικάρει όπως άλλες γυναίκες, αλλά αυτός είχε ΣΑΛΤΑΡΕΙ ΛΕΜΕ! κανείς δεν πήρε τηλέφωνο, και οι άλλοι που μας βλέπανε μόνο τα pop corn δεν βγάλανε!
Ναι, είναι η εποχή τους τώρα και κάτι τους πιάνει τους κατσίκες:P